7 αποτελέσματα για «碑»
碑 いしぶみ
ουσιαστικό
- 01 πέτρινο μνημείο με επιγραφή (ιδίως μνημείο για τις μελλοντικές γενιές), στήλη
碑文 ひぶん
ουσιαστικό
- 01 επιγραφή, επιτύμβιο, επίγραμμα
碑石 ひせき
ουσιαστικό
- 01 πέτρινο μνημείο
碑銘 ひめい
ουσιαστικό
- 01 επιγραφή, επιτάφιος
碑陰 ひいん
ουσιαστικό
- 01 η πίσω πλευρά μνημείου
- 02 επιγραφή στην πίσω πλευρά μνημείου
碑文学 ひぶんがく
ουσιαστικό
- 01 επιγραφική
碑
- 01 ταφόπλακα
- 02 μνημείο