2 αποτελέσματα για «磽»

磽确 こうかく

ουσιαστικό, επίθετο, άλλο, επίρρημα

  1. 01 πετρώδης, ακαλλιέργητη γη
  1. 01 πετρώδης
  2. 02 άγονος