3 αποτελέσματα για «礁»

礁 しょう

ουσιαστικό

  1. 01 ύφαλος, ξέρα
礁湖 しょうこ

ουσιαστικό

  1. 01 λιμνοθάλασσα φραγμού, λιμνοθάλασσα κοραλλιογενούς υφάλου
礁
  1. 01 ύφαλος
  2. 02 βυθισμένος βράχος