5 αποτελέσματα για «礎»

いしずえ

ουσιαστικό

  1. 01 θεμέλιος λίθος, ακρογωνιαίος λίθος
礎を築く いしずえをきずく

άλλο, ρήμα

  1. 01 θεμελιώνω, βάζω τα θεμέλια (για)
礎石 そせき

ουσιαστικό

  1. 01 θεμέλιος λίθος, ακρογωνιαίος λίθος
礎材 そざい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικά θεμελίωσης
  1. 01 θεμέλιος λίθος, ακρογωνιαίος λίθος
  2. 02 θεμέλιος λίθος