33 αποτελέσματα για «示»

示す しめす N3

ρήμα

  1. 01 δείχνω, επιδεικνύω, αποδεικνύω, λέω, αναφέρω, παραδειγματίζω, φανερώνω
  2. 02 δείχνω, υποδεικνύω (με το δάχτυλο, δείκτη ρολογιού, βελόνα κ.λπ.)
  3. 03 υποδεικνύω, δείχνω, αντιπροσωπεύω, σημαίνω, δηλώνω, εμφανίζω, προβάλλω
示唆 しさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόδειξη, υπαινιγμός, υπονοούμενο
示し合わせる しめしあわせる

ρήμα

  1. 01 συμφωνώ εκ των προτέρων, ανταλλάσσω συνθηματικά σήματα, συνωμοτώ
示し しめし

ουσιαστικό

  1. 01 μάθημα, παραδειγματισμός, παράδειγμα (π.χ. δίνω κακό παράδειγμα)
  2. 02 αποκάλυψη
示しがつかない しめしがつかない

άλλο, επίθετο

  1. 01 παρέχω κακό παράδειγμα στους άλλους
示談 じだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξώδικος συμβιβασμός, ιδιωτική διευθέτηση
示威 じい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδήλωση, επίδειξη δύναμης
示威行為 じいこうい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδήλωση, εκδήλωση, διαμαρτυρία
示現 じげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φανέρωση, εκδήλωση (θείας οντότητας)
示談金 じだんきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματικό ποσό συμβιβασμού, αποζημίωση για την εξώδικη διευθέτηση υπόθεσης
示威運動 じいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 διαδήλωση, πορεία, επίδειξη δύναμης
示唆的 しさてき

επίθετο

  1. 01 υποβλητικός, υπονοητικός (π.χ. μια παύση γεμάτη νόημα)
示し合わす しめしあわす

ρήμα

  1. 01 συνωμοτώ (με κάποιον), προσυνεννοούμαι
示談交渉 じだんこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαπραγμάτευση εξώδικου συμβιβασμού (ασφάλιση)
示指 じし

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης (του χεριού)
示教 しきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυθεντική διδασκαλία, καθοδήγηση
示度 しど

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη
  2. 02 ένδειξη (θερμομέτρου)
示達 じたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδηγίες, κατευθύνσεις
示寂 じじゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος ανώτερου ιερέα (τζιτζάκου)
示威行進 じいこうしん

ουσιαστικό

  1. 01 διαδηλωτική πορεία