22 αποτελέσματα για «祈»

祈る いのる N4

ρήμα

  1. 01 προσεύχομαι, κάνω προσευχή, λέω την ευχή
  2. 02 εύχομαι, ελπίζω
祈り いのり N1

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή, δέηση, ικεσία
祈りを捧げる いのりをささげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσεύχομαι, απευθύνω προσευχή, προσφέρω προσευχή
祈願 きがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσευχή (για κάτι), ικεσία
祈祷 きとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσευχή, ευλογία (πριν από το φαγητό)
  2. 02 εξορκισμός
祈念 きねん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσευχή
祈祷師 きとうし

ουσιαστικό

  1. 01 γιατρός της φυλής, σαμάνος, θεραπευτής πίστης, μάγος γιατρός, εξορκιστής
祈祷書 きとうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο προσευχών
祈年祭 きねんさい

ουσιαστικό

  1. 01 ιεροτελεστία για μια καλή σοδειά
祈請 きせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ικεσία, προσευχή
祈祷会 きとうかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύναξη προσευχής
祈り求める いのりもとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσεύχομαι για
祈願所 きがんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ναός, ιερό (ειδικότερα εκείνο στο οποίο οι πιστοί προσεύχονται για χάρες), χώρος προσευχής
祈誓 きせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τάμα, όρκος, υπόσχεση
祈祷者 きとうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που προσεύχεται
祈雨 きう

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή για βροχή
祈り会 いのりかい

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχητική σύναξη
祈祷課題 きとうかだい

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα προσευχής, παράκληση για προσευχή
祈願文 きがんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ευκτική πρόταση
祈願法 きがんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 ευκτική έγκλιση