11 αποτελέσματα για «祓»

祓う はらう

ρήμα

  1. 01 εξορκίζω, εξαγνίζω, καθαρίζω
祓い はらい

ουσιαστικό

  1. 01 εξαγνισμός, ξορκισμός
祓魔師 ふつまし

ουσιαστικό

  1. 01 εξορκιστής
祓魔 ふつま

ουσιαστικό

  1. 01 εξορκισμός
祓い師 はらいし

ουσιαστικό

  1. 01 εξορκιστής
祓詞 はらえことば

ουσιαστικό

  1. 01 λόγια που απαγγέλλονται από τον ιερέα κατά τη διάρκεια τελετουργίας εξαγνισμού Σίντο
祓串 はらえぐし

ουσιαστικό

  1. 01 ταμαγκούσι που χρησιμοποιείται σε τελετές καθαρμού στο Ιερό Ίσε
祓殿 はらえどの

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εξαγνισμού σε σιντοϊστικό ναό
祓川 はらえがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ποταμός στον οποίο οι πιστοί εξαγνίζονται πριν προσευχηθούν
祓戸 はらえど

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος τελετών καθαρμού, τόπος για χάραε
  1. 01 εξορκίζω