5 αποτελέσματα για «祟»
祟る たたる
ρήμα
- 01 καταριέμαι, ρίχνω κατάρα, στοιχειώνω, βασανίζω
- 02 προκαλώ κακό αποτέλεσμα, επιφέρω αρνητική κατάληξη
祟り たたり
ουσιαστικό
- 01 κατάρα, θεϊκή τιμωρία, οργή (οργισμένου πνεύματος)
祟り目 たたりめ
ουσιαστικό
- 01 το κακό μάτι
祟り神 たたりがみ
ουσιαστικό
- 01 ισχυρό κακό πνεύμα που φέρνει συμφορά, υπερφυσικό ον που προκαλεί καταστροφή
祟
- 01 κατάρα
- 02 στοιχειώνω