11 αποτελέσματα για «票»
票 ひょう N3
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ψήφος, ψηφοδέλτιο
- 02 ετικέτα, εισιτήριο, ταμπέλα, απόκομμα
票数 ひょうすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός ψήφων
票決 ひょうけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψηφοφορία
- 02 ψήφος
票田 ひょうでん
ουσιαστικό
- 01 αξιόπιστη πηγή ψήφων, περιοχή ισχυρής εκλογικής υποστήριξης, προπύργιο, εκλογική βάση
票差 ひょうさ
ουσιαστικό
- 01 διαφορά ψήφων (π.χ. σε μια ψηφοφορία)
票読み ひょうよみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτίμηση ψήφων (σε μια εκλογική αναμέτρηση)
- 02 ανακοίνωση του αριθμού των ψήφων (για κάθε υποψήφιο)
票稼ぎ ひょうかせぎ
ουσιαστικό
- 01 ψηφοθηρία, προσπάθεια προσέλκυσης ψήφων
票ハラ ひょうハラ
ουσιαστικό
- 01 παρενόχληση (σεξουαλική ή άλλη) γυναίκας πολιτικού που διαπράττεται με την απειλή της μη παροχής ψήφων
票ハラスメント ひょうハラスメント
ουσιαστικό
- 01 σεξουαλική ή άλλου είδους παρενόχληση σε γυναίκα πολιτικό, η οποία εκτελείται υπό την απειλή της μη παροχής ψήφων
票固め ひょうがため
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξασφάλιση ψήφων (σε εκλογές), σίγουρη συγκέντρωση ψήφων
票
- 01 ψηφοδέλτιο
- 02 ετικέτα
- 03 εισιτήριο
- 04 σημάδι