16 αποτελέσματα για «租»

租税 そぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόροι, φορολογία
租界 そかい

ουσιαστικό

  1. 01 παραχωρηθείσα ζώνη (στην Κίνα), ξένος οικισμός

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος σε ρύζι (σύστημα ριτσουριό), εισφορά ρυζιού, φόρος σε ορυζώνες
  2. 02 ετήσιος φόρος, ετήσια εισφορά
租借 そしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκμίσθωση (εδάφους)
租借地 そしゃくち

ουσιαστικό

  1. 01 μισθωμένη περιοχή, ξένη παραχώρηση
租税回避地 そぜいかいひち

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογικός παράδεισος
租借権 そしゃくけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα μίσθωσης
租庸調 そようちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγγαρεία, φόροι σε είδος ή υπηρεσία (σύστημα ριτσουριό)
租税負担 そぜいふたん

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογική επιβάρυνση
租税回避 そぜいかいひ

ουσιαστικό

  1. 01 φοροαποφυγή
租税条約 そぜいじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογική σύμβαση, διμερής φορολογική συμφωνία
租税の帰着 そぜいのきちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογική επιβάρυνση, φορολογική επίπτωση
租税転嫁 そぜいてんか

ουσιαστικό

  1. 01 μετακύλιση του φόρου, φορολογική μετακύλιση
租税避難地 そぜいひなんち

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογικός παράδεισος
租税特別措置法 そぜいとくべつそちほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ειδικών μέτρων φορολογίας
  1. 01 δασμός
  2. 02 φόρος σοδειάς
  3. 03 δανεισμός