4 αποτελέσματα για «稍»

やや

επίρρημα, άλλο

  1. 01 λίγο, εν μέρει, κάπως, ελαφρώς, ημι-, -ίζων, λίγο περισσότερο από το κανονικό, λίγο χρόνο, για λίγο
稍重 ややおも

ουσιαστικό

  1. 01 καλή προς μαλακή (κατάσταση στίβου), καλή προς υποχωρούσα
稍あって ややあって

άλλο

  1. 01 λίγη ώρα μετά, για λίγη ώρα, μετά από κάποιο διάστημα, για κάποιο διάστημα, σε λίγο
  1. 01 ελαφρώς