64 αποτελέσματα για «税»
税金 ぜいきん N3
ουσιαστικό
- 01 φόρος, δασμός
税 ぜい N3
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 φόρος
税収 ぜいしゅう
ουσιαστικό
- 01 φορολογικά έσοδα, φορολογικά έσοδα κράτους
税率 ぜいりつ
ουσιαστικό
- 01 δασμός
- 02 φορολογικός συντελεστής
税関 ぜいかん N2
ουσιαστικό
- 01 τελωνείο, τελωνειακή υπηρεσία
税制 ぜいせい
ουσιαστικό
- 01 φορολογικό σύστημα
税理士 ぜいりし
ουσιαστικό
- 01 φορολογικός σύμβουλος, αδειούχος φοροτεχνικός
税務署 ぜいむしょ N1
ουσιαστικό
- 01 εφορία
税を納める ぜいをおさめる
άλλο, ρήμα
- 01 πληρώνω φόρο
税務 ぜいむ
ουσιαστικό
- 01 φορολογική υπηρεσία
税込み ぜいこみ
ουσιαστικό
- 01 συμπεριλαμβανομένου φόρου (για τιμή), προ φόρων (εισόδημα ή κέρδη), προ φόρων
税金対策 ぜいきんたいさく
ουσιαστικό
- 01 φορολογικός σχεδιασμός, στρατηγική φοροαπαλλαγής
税金泥棒 ぜいきんどろぼう
ουσιαστικό
- 01 παράσιτο των φόρων (π.χ. δημόσιος υπάλληλος, πολιτικός, λήπτης επιδόματος), κλέφτης των φόρων
税額 ぜいがく
ουσιαστικό
- 01 ποσό φόρου
税制改革 ぜいせいかいかく
ουσιαστικό
- 01 φορολογική μεταρρύθμιση
税負担 ぜいふたん
ουσιαστικό
- 01 φορολογικό βάρος
税務調査 ぜいむちょうさ
ουσιαστικό
- 01 φορολογικός έλεγχος, φορολογική έρευνα
税法 ぜいほう
ουσιαστικό
- 01 φορολογικό δίκαιο
税関吏 ぜいかんり
ουσιαστικό
- 01 τελωνειακός υπάλληλος
税制調査会 ぜいせいちょうさかい
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή ερευνών φορολογικού συστήματος, συμβούλιο ερευνών φορολογικού συστήματος, ειδική επιτροπή για το φορολογικό σύστημα, φορολογική επιτροπή