15 αποτελέσματα για «稚»
稚拙 ちせつ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ανεπίδεκτος, παιδαριώδης, ανώριμος, αφελής, ατέχνος, αδέξιος, πρωτόγονος
稚気 ちき
ουσιαστικό
- 01 παιδιαρισμός, αφέλεια
稚児 ちご
ουσιαστικό
- 01 νήπιο, παιδί
- 02 ακόλουθος, παίδαρος
- 03 παιδί σε παραδοσιακή γιορτινή πομπή
稚 やや
ουσιαστικό
- 01 μωρό, παιδί
稚魚 ちぎょ
ουσιαστικό
- 01 γόνος, νεαρό ψάρι, μικρό ψάρι
稚い いとけない
επίθετο
- 01 νεαρός, αθώος, παιδικός
稚鮎 ちあゆ
ουσιαστικό
- 01 νεαρό ψάρι αγιού
稚貝 ちがい
ουσιαστικό
- 01 γόνος οστρακοειδούς
稚鰤 わらさ
ουσιαστικό
- 01 μεσαίου μεγέθους μαγιάτικο (είδος κιτρινόψαρου, Seriola quinqueradiata)
稚児隼 ちごはやぶさ
ουσιαστικό
- 01 δενδρογέρακο (Falco subbuteo)
稚児蟹 チゴガニ
ουσιαστικό
- 01 τσιγκόγκανι (είδος κάβουρα)
稚児車 チングルマ
ουσιαστικό
- 01 σινγκουρούμα (είδος κίτρινου και λευκού τριαντάφυλλου)
稚児百合 チゴユリ
ουσιαστικό
- 01 μικρό κρίνο (Disporum smilacinum)
稚内北星学園大学 わっかないほくせいがくえんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Γκακουέν Χοκουσέι του Βακκάναι
稚
- 01 ανώριμος
- 02 νέος