13 αποτελέσματα για «稽»

稽古 けいこ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάσκηση, πρακτική, προπόνηση, εκπαίδευση, μελέτη
稽古場 けいこば

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα προπόνησης, γυμναστήριο
稽古着 けいこぎ

ουσιαστικό

  1. 01 στολή προπόνησης (τζούντο, κέντο κ.λπ.), ρούχα εξάσκησης
稽古事 けいこごと

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιότητες, παρακολούθηση μαθημάτων (σε χορό, μουσική, τελετή τσαγιού, ανθοδετική, κ.ά.)
稽古日 けいこび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα προπόνησης ή μαθήματος
稽古本 けいこぼん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο εξάσκησης που χρησιμοποιείται στο ζορούρι και στο ναγκαούτα
稽首 けいしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόκλιση μέχρι το έδαφος (κεϊσού)
稽古台 けいこだい

ουσιαστικό

  1. 01 σύντροφος προπόνησης, παρτενέρ εξάσκησης
  2. 02 αίθουσα προπόνησης, χώρος εξάσκησης (ειδικότερα αυτός που είναι φτιαγμένος από ξύλινες σανίδες και χρησιμοποιείται για πρόβες χορού)
稽留熱 けいりゅうねつ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής πυρετός, παρατεταμένος πυρετός
稽留流産 けいりゅうりゅうざん

ουσιαστικό

  1. 01 παλίνδρομη κύηση, καθυστερημένη αποβολή, ατελής αποβολή
稽古場経費 けいこばけいひ

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα που καταβάλλεται από την Ένωση Σούμο σε έναν προπονητή για κάθε παλαιστή της σχολής του
稽古をつける けいこをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραδίδω μαθήματα, διδάσκω, καθοδηγώ
  1. 01 σκέφτομαι
  2. 02 εξετάζω