16 αποτελέσματα για «穀»

穀物 こくもつ N3

ουσιαστικό

  1. 01 σιτηρά, δημητριακά, καρπός
穀潰し ごくつぶし

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστος, παράσιτο, τεμπέλης, ραθυμητής, κηφήνας, αργόσχολος
穀倉地帯 こくそうちたい

ουσιαστικό

  1. 01 σιτοπαραγωγική περιοχή
穀類 こくるい

ουσιαστικό

  1. 01 δημητριακά
穀倉 こくそう

ουσιαστικό

  1. 01 σιταποθήκη
穀粒 こくりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκος, σπόρος
穀価 こっか

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή δημητριακών
穀粉 こくふん

ουσιαστικό

  1. 01 αλεύρι δημητριακών
穀雨 こくう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκού, ηλιακός όρος δηλωτικός της εποχής των βροχών που ευνοούν την ανάπτυξη των σιτηρών (περίπου στις 20 Απριλίου)
穀象虫 こくぞうむし

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκονύμφη (Sitophilus zeamais)
穀物メジャー こくもつメジャー

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες σιτηρών
穀食 こくしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατροφή με δημητριακά, σιτοφαγία
穀物酢 こくもつす

ουσιαστικό

  1. 01 ξύδι δημητριακών
穀物肥育 こくもつひいく

ουσιαστικό

  1. 01 σιτηρεσία (ζώων εκτροφής)
穀物飼料協会 こくもつしりょうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνική Ένωση Δημητριακών και Ζωοτροφών (NGFA)
  1. 01 δημητριακά
  2. 02 σιτηρό