15 αποτελέσματα για «穂»

N1

ουσιαστικό

  1. 01 στάχυ (δημητριακού)
  2. 02 μύτη, άκρη (πινέλου, δόρατος κ.λπ.)
  3. 03 κορυφή (κύματος)
  4. 04 εμβόλιο (στον εμβολιασμό φυτών)
穂先 ほさき

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή σταχυού (σιταριού κ.λπ.)
  2. 02 άκρη (πινέλου, δόρατος κ.λπ.), μύτη, αιχμή δόρατος
穂波 ほなみ

ουσιαστικό

  1. 01 κυματιστά στάχυα
穂木 ほぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστός που χρησιμοποιείται στον εμβολιασμό, εμβόλιο
穂綿 ほわた

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβάκι της τύφης, χνούδι της τύφης
穂状 すいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 που έχει σχήμα στάχυ
穂並 ほなみ

ουσιαστικό

  1. 01 σειρές από στάχυα που ορθώνονται
穂紫蘇 ほじそ

ουσιαστικό

  1. 01 ανθική ταξιανθία της σίζο (χρησιμοποιείται ως γαρνιτούρα στο σασίμι)
穂状花序 すいじょうかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 στάχυς (ταξιανθία)
穂咲下野 ほざきしもつけ

ουσιαστικό

  1. 01 σπειραία η ιτιόφυλλη (είδος σπειραίας)
穂咲の総藻 ほざきのふさも

ουσιαστικό

  1. 01 μυριόφυλλο το σταχυοφόρο (Myriophyllum spicatum)
穂羊歯 ほしだ

ουσιαστικό

  1. 01 τελυπτερίς η οξυτενής (είδος φτέρης)
穂長犬莧 ほながいぬびゆ

ουσιαστικό

  1. 01 πράσινη αμάρανθος (αμάρανθος η πράσινη), χοναγκά-ινουμπιγιού
穂首 ほくび

ουσιαστικό

  1. 01 στάχυ ρυζιού, κεφαλή φυτού ρυζιού, άκανθα
  1. 01 στάχυ
  2. 02 στάχυ
  3. 03 κεφαλή (φυτού)
  4. 04 λοφίο (κύματος)