7 αποτελέσματα για «穏»
穏やか おだやか N3
επίθετο
- 01 ήρεμος, ήσυχος, πράος, γαλήνιος, ήπιος
- 02 μέτριος, λογικός, φιλικός
穏便 おんびん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πράος, ειρηνικός, φιλικός, ήσυχος
- 02 χωρίς φασαρία, απλώς
穏健派 おんけんは
ουσιαστικό
- 01 μετριοπαθής πτέρυγα, μετριοπαθείς
穏当 おんとう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ορθός, λογικός, δίκαιος, κατάλληλος
穏健 おんけん
επίθετο
- 01 μετριοπαθής (για απόψεις, πολιτική κ.λπ.), εύλογος, νηφάλιος, μη ριζοσπαστικός
穏健路線 おんけんろせん
ουσιαστικό
- 01 μετριοπαθής γραμμή, μέση οδός (στην πολιτική)
穏
- 01 ήρεμος, γαλήνιος
- 02 ήσυχος, αθόρυβος
- 03 μετριοπάθεια, εγκράτεια