8 αποτελέσματα για «究»

究極 きゅうきょく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύστατος, τελικός, τελευταίος, έσχατος
究明 きゅうめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διερεύνηση (ειδικότερα σε ακαδημαϊκά και επιστημονικά πλαίσια), διαπίστωση των γεγονότων, αποκάλυψη (ενός ζητήματος), ενδελεχής εξέταση
究極的 きゅうきょくてき

επίθετο

  1. 01 απόλυτος
究める きわめる

ρήμα

  1. 01 ερευνώ εις βάθος, διεξάγω ενδελεχή έρευνα, κατακτώ, κατανοώ πλήρως
究竟 くっきょう

επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τελικά, στο τέλος, εξαρχής
  2. 02 εξαιρετικός, υπέροχος, βολικός, κατάλληλος, ιδανικός
  3. 03 ρωμαλέος, εύρωστος, μυώδης, δυνατός, στιβαρός
究竟 くきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κορύφωση, κατάληξη
究極要因 きゅうきょくよういん

ουσιαστικό

  1. 01 τελική αιτία (σε αντίθεση με την άμεση αιτία)
  1. 01 έρευνα
  2. 02 μελέτη