15 αποτελέσματα για «窃»

窃盗 せっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλοπή, ληστεία
窃盗犯 せっとうはん

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπή, ληστεία
窃盗団 せっとうだん

ουσιαστικό

  1. 01 συμμορία κλεφτών
窃盗罪 せっとうざい

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπή (έγκλημα), κλοπιμαία, κλοπή (νομικός όρος)
窃視 せっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφοκοιτάζω (χωρίς άδεια)
窃盗行為 せっとうこうい

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπή, πράξη ληστείας
窃取 せっしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλοπή, υπεξαίρεση, λαθροχειρία
窃視症 せっししょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηδονοβλεψία, σκοτοφιλία
窃盗癖 せっとうへき

ουσιαστικό

  1. 01 κλεπτομανία
窃盗狂 せっとうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλεπτομανία, κλεπτομανής
窃盗症 せっとうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλεπτομανία
窃用 せつよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρήση χωρίς άδεια, χρήση πληροφοριών που αποκτήθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων
窃ちゃり せっちゃり

ουσιαστικό

  1. 01 κλοπή ποδηλάτου
窃盗強迫 せっとうきょうはく

ουσιαστικό

  1. 01 κλεπτομανία
  1. 01 μυστικότητα, κρυφή ενέργεια
  2. 02 κλέβω
  3. 03 μυστικός
  4. 04 ιδιωτικός, προσωπικός
  5. 05 σιωπηλός, κρυφός