29 αποτελέσματα για «窓»

まど N5

ουσιαστικό

  1. 01 παράθυρο
窓際 まどぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 στο παράθυρο, δίπλα στο παράθυρο, κοντά στο παράθυρο
窓ガラス まどガラス

ουσιαστικό

  1. 01 τζάμι παραθύρου, υαλοπίνακας
窓辺 まどべ

ουσιαστικό

  1. 01 δίπλα στο παράθυρο
窓口 まどぐち N2

ουσιαστικό

  1. 01 γκισέ, θυρίδα, ταμείο, εκδοτήριο
  2. 02 υπεύθυνος επικοινωνίας, σημείο επαφής
窓枠 まどわく

ουσιαστικό

  1. 01 πλαίσιο παραθύρου, κάσα
窓越し まどごし

ουσιαστικό

  1. 01 θέαση μέσα από παράθυρο, πέρασμα μέσα από παράθυρο, διέλευση μέσα από παράθυρο, ενέργεια μέσα από παράθυρο
窓際の席 まどぎわのせき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάθισμα δίπλα στο παράθυρο
窓側 まどがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά του παραθύρου, θέση δίπλα στο παράθυρο (π.χ. σε αεροπλάνο)
窓外 そうがい

ουσιαστικό

  1. 01 έξω από το παράθυρο
窓拭き まどふき

ουσιαστικό

  1. 01 καθάρισμα παραθύρων
窓の桟 まどのさん

άλλο

  1. 01 πλαίσιο παραθύρου, περβάζι παραθύρου
窓掛け まどかけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουρτίνες
窓際族 まどぎわぞく

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστοι υπάλληλοι (που μετατίθενται σε θέση δίπλα στο παράθυρο για να περάσουν τον υπόλοιπο χρόνο τους μέχρι τη συνταξιοδότηση)
窓敷居 まどしきい

ουσιαστικό

  1. 01 περβάζι παραθύρου
窓付き まどつき

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 παραθυράκι (π.χ. σε φάκελο, κουτί κ.λπ.), άνοιγμα
窓台 まどだい

ουσιαστικό

  1. 01 περβάζι παραθύρου, κατώφλι παραθύρου
窓明り まどあかり

ουσιαστικό

  1. 01 φως που εισέρχεται ή διαρρέει από ένα παράθυρο
窓口機関 まどぐちきかん

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία εξυπηρέτησης κοινού
窓側席 まどがわせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέση δίπλα στο παράθυρο