6 αποτελέσματα για «窪»

くぼ

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλο, βαθούλωμα, λακκούβα
  2. 02 κόλπος, γυναικεία γεννητικά όργανα
窪地 くぼち

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα, χαμηλό έδαφος, λεκάνη, λάκκος, βύθισμα, υφεση
窪む くぼむ

ρήμα

  1. 01 υποχωρώ, κοιλιαίνω, βουλιάζω
窪まる くぼまる

ρήμα

  1. 01 κοιλώνω, βαθουλώνομαι, υποχωρώ
窪溜まり くぼたまり

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλωμα, λιμνούλα μέσα σε κοίλωμα
  1. 01 κοίλωμα
  2. 02 καταρρέω
  3. 03 βυθίζομαι
  4. 04 γίνομαι κοίλος