10 αποτελέσματα για «窯»
窯 かま
ουσιαστικό
- 01 φούρνος, καμίνι
窯場 かまば
ουσιαστικό
- 01 εργαστήριο κεραμικής εξοπλισμένο με καμίνι
窯元 かまもと
ουσιαστικό
- 01 κεραμοποιείο
- 02 αγγειοπλάστης
窯変 ようへん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραμόρφωση κατά το ψήσιμο (κεραμική), χρωματική διακύμανση κατά το ψήσιμο
窯業 ようぎょう
ουσιαστικό
- 01 κεραμική, βιομηχανία κεραμικών
窯印 かまじるし
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα αγγειοπλάστη
窯出し かまだし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομάκρυνση κεραμικών από τον κλίβανο
窯焼き かまやき
ουσιαστικό
- 01 ψήσιμο σε καμίνι, ψήσιμο σε φούρνο
窯跡 かまあと
ουσιαστικό
- 01 αρχαιολογικός χώρος κεραμικού κλιβάνου
窯
- 01 καμίνι
- 02 φούρνος
- 03 κάμινος