4 αποτελέσματα για «竣»

竣工 しゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση κατασκευής
竣工式 しゅんこうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή αποπεράτωσης έργου
竣成 しゅんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση
  1. 01 τελειώνω
  2. 02 ολοκληρώνω