28 αποτελέσματα για «童»

童貞 どうてい

ουσιαστικό

  1. 01 παρθενία (άνδρα), παρθένος (άνδρας)
  2. 02 καθολική μοναχή, αδελφή
童話 どうわ N2

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική ιστορία, παραμύθι
童顔 どうがん

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό πρόσωπο
  2. 02 παιδικό πρόσωπο, νεανικό πρόσωπο, πρόσωπο μωρού
わらべ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί
童子 どうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αγόρι, παιδί, τέκνο
童女 どうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κορίτσι (νεαρό)
童心 どうしん

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική ψυχή, παιδική αθωότητα, αφέλεια
童謡 どうよう N3

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό τραγούδι, νανούρισμα
童貞喪失 どうていそうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια παρθενίας (για άνδρα)
童話作家 どうわさっか

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφέας παιδικών παραμυθιών
わらし

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί
童形 どうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγόρι με λυμένα μαλλιά (πριν από την τελετή ενηλικίωσης), εμφάνιση αγοριού με λυμένα μαλλιά
童僕 どうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρός υπηρέτης, μικρός ακόλουθος
童部 わらわべ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί, παιδιά
  2. 02 παιδί υπηρέτης, βοηθός σε ναό
  3. 03 η σύζυγός μου (όταν είναι νεαρή ή με παιδική συμπεριφορά)
  4. 04 νεαρός τεμπέλης (που δεν έχει ενηλικιωθεί ακόμα)
童画 どうが

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικές ζωγραφιές, εικονογραφήσεις για παιδιά
童謡殺人 どうようさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 φόνος με βάση παιδικό τραγούδι (όπως σε ιστορίες μυστηρίου)
童貞説 どうていせつ

ουσιαστικό

  1. 01 άσπιλη σύλληψη, παρθενική γέννηση
童話劇 どうわげき

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρικό έργο για παιδιά
童男 おぐな

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό αγόρι, νεαρό αγόρι
童丱 どうかん

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί