9 αποτελέσματα για «竪»

竪琴 たてごと

ουσιαστικό

  1. 01 άρπα, λύρα
竪穴 たてあな

ουσιαστικό

  1. 01 λάκκος, φρέαρ
竪穴式住居 たてあなしきじゅうきょ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόσκαφη κατοικία, ημιυπόγειο οίκημα
竪穴住居 たてあなじゅうきょ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόσκαφη κατοικία, ημιυπόγειο οίκημα
竪堀 たてぼり

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική τάφρος ή μονοπάτι που έχει λαξευτεί σε φυσική πλαγιά
竪子 たてご

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτό, κάθετο μοτίβο σε σότζι
竪琴海豹 たてごとあざらし

ουσιαστικό

  1. 01 φώκια της Γροιλανδίας (Phoca groenlandica)
竪物 たてもの

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετο επιτοίχιο κύλινδρο (καλλιγραφία ή ζωγραφική)
  1. 01 μήκος
  2. 02 ύψος
  3. 03 στημόνι