80 αποτελέσματα για «端»

はし N3

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη, τέλος (π.χ. δρόμου), μύτη, σημείο, χείλος, περιθώριο
  2. 02 αρχή, ξεκίνημα
  3. 03 υπολείμματα, κομμάτια, ψιλοπράγματα, το ελάχιστο
端から はしから

άλλο

  1. 01 ένας προς έναν, όλοι ανεξαιρέτως, από την αρχή ως το τέλος
  2. 02 μόλις, αμέσως μόλις, αμέσως μετά
端末 たんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικό, τερματικό υπολογιστή
  2. 02 συσκευή πρόσβασης πληροφοριών (smartphone, tablet, ηλεκτρονικός αναγνώστης κ.ά.)
  3. 03 άκρο (π.χ. μιας μπομπίνας φιλμ)
端的 たんてき

επίθετο

  1. 01 ειλικρινής, άμεσος, απλός, ευθύς, κατά πρόσωπο, συνοπτικός
端っこ はしっこ

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη, περιφέρεια, άκρο
端正 たんせい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ωραίος, καλοσχηματισμένος, συμμετρικός (για χαρακτηριστικά προσώπου)
  2. 02 ευπρεπής, σωστός, ορθός, έντιμος, κομψός
たん

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 αρχή, απαρχή
  2. 02 μέτρο υφάσματος με μεταβλητό μήκος (πλάτος 28,8 εκατοστά, για κιμονό τουλάχιστον 10 μέτρα, για χαόρι τουλάχιστον 7,27 μέτρα, για άλλα ρούχα τουλάχιστον 6,06 μέτρα)
  3. 03 άκρη, άκρο
端々 はしばし

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορα μικροπράγματα, τα πάντα, το καθετί
端的に言う たんてきにいう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μπήνω κατευθείαν στο θέμα, μιλάω ξεκάθαρα, μιλάω ειλικρινά, μιλάω σταράτα
端くれ はしくれ

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτι, απομεινάρι
  2. 02 ασήμαντος, ευτελής, κατώτερος (αναφερόμενο σε άτομο)
端から端まで はしからはしまで

άλλο

  1. 01 από τη μία άκρη ως την άλλη, διεξοδικά, ολοκληρωτικά, τελείως
端を発する たんをはっする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ από, αρχίζω από, πηγάζω από
端折る はしょる

ρήμα

  1. 01 ανασηκώνω (τη φούστα ενός κιμονό), διπλώνω προς τα μέσα
  2. 02 συντομεύω (μια ιστορία, εξήγηση κ.λπ.), λέω συνοπτικά, παραλείπω, προσπερνώ
端麗 たんれい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ωραίος, όμορφος, καλαίσθητος, κομψός, εύχαρις
端子 たんし

ουσιαστικό

  1. 01 ακροδέκτης
  2. 02 ακίδα (σε ημιαγωγό ή μικροελεγκτή)
  3. 03 θύρα (π.χ. θύρα LAN)
端から はなから

άλλο

  1. 01 εξαρχής, από την αρχή, από το ξεκίνημα
端緒 たんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, απαρχή, πρώτο βήμα, στοιχείο
端役 はやく

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύων ρόλος, μικρός ρόλος
端然 たんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ευπρεπής (εμφάνιση, στάση σώματος κ.λπ.), σωστός, τακτικός, ίσιος, όρθιος
端切れ はぎれ

ουσιαστικό

  1. 01 ρετάλι υφάσματος, περίσσευμα υλικού