8 αποτελέσματα για «竿»

竿 さお N1

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ράβδος, κοντάρι
  2. 02 λαιμός (σε σαμίσεv κ.λπ.), σαμίσεv
  3. 03 δοκός (δηλαδή η οριζόντια ράβδος ενός ζυγού)
  4. 04 μονή σειρά (κυρίως ως σχηματισμός πτήσης για χήνες)
  5. 05 πέος
  6. 06 επιμετρητής για σημαίες (πάνω σε κοντάρια), επιμετρητής για μακρόστενα ιαπωνικά γλυκά (π.χ. γιοκάν)
竿頭 かんとう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή κονταριού
竿姉妹 さおしまい

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκες που έχουν συνευρεθεί ερωτικά με τον ίδιο άνδρα, αδελφές του ίδιου φαλλού
竿 かん

επίθημα, άλλο

  1. 01 επιμετρητής για κοντάρια, ράβδους κ.λπ.
竿燈 かんとう

ουσιαστικό

  1. 01 καντό ματσούρι (φεστιβάλ στην Ακίτα)
  2. 02 φανάρι δρόμου
竿秤 さおばかり

ουσιαστικό

  1. 01 ζυγός με πήχη, ζυγαριά ρωμαϊκή
竿役 さおやく

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας σε ερωτικό έργο με κυρίως διεισδυτικό ρόλο
竿
  1. 01 κοντάρι
  2. 02 ράβδος, καλάμι
  3. 03 δοκός ζυγαριάς
  4. 04 μπράτσο βιολιού