3 αποτελέσματα για «笏»

しゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σιακού, πλακέ ράβδος από ξύλο ή ελεφαντόδοντο που κρατιέται στο δεξί χέρι κατά τη διάρκεια τελετουργικής αυτοκρατορικής ή σιντοϊστικής ενδυμασίας
笏拍子 しゃくびょうし

ουσιαστικό

  1. 01 σακουμπιόσι (δύο μακριά ξύλινα κομμάτια που χτυπούνται μεταξύ τους, χρησιμοποιείται στο γκαγκάκου κ.ά.)
  1. 01 ρόπαλο, ράβδος (ως σύμβολο εξουσίας)
  2. 02 μπαστούνι, ράβδος, γκλομπ, σκυτάλη
  3. 03 σκήπτρο