4 αποτελέσματα για «笙»
笙 しょう
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακό ιαπωνικό πνευστό όργανο που μοιάζει με πανηγυρικό αυλό (σύριγγα), όργανο με ελεύθερη γλωττίδα που χρησιμοποιείται στην ιαπωνική αυλική μουσική (γκαγκάκου)
笙の笛 しょうのふえ
ουσιαστικό
- 01 σο (ιαπωνικό πνευστό όργανο με ελεύθερη γλωττίδα)
笙歌 しょうか
ουσιαστικό
- 01 τραγούδι και συνοδεία με σό
笙
- 01 πνευστό όργανο με γλωττίδα