12 αποτελέσματα για «笠»

かさ

ουσιαστικό

  1. 01 κωνικό καπέλο (στυλ ανατολικής Ασίας), καπέλο τύπου κούλι
  2. 02 αντικείμενο σε σχήμα κωνικού καπέλου ή ομπρέλας, κάλυμμα (λάμπας), καπέλο μανιταριού, πίλος
笠に着る かさにきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκμεταλλεύομαι την εξουσία κάποιου άλλου για να επιβληθώ (καταχρώμαι τη θέση ισχύος)
笠木 かさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προεξοχή, ανώτερο δοκάρι
  2. 02 το πάνω μέρος της ανώτερης οριζόντιας δοκού ενός τόριι
笠石 かさいし

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαία πέτρα, λιθόστρωτο κάλυψης, ανώτερη πλάκα, επιστέγασμα
笠雲 かさぐも

ουσιαστικό

  1. 01 σύννεφο κασάγκουμο (σύννεφο σε σχήμα ασιατικού καπέλου από μπαμπού που σχηματίζεται στην κορυφή ενός ψηλού βουνού)
笠の台が飛ぶ かさのだいがとぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 απολύομαι
  2. 02 αποκεφαλίζομαι
笠子 かさご

ουσιαστικό

  1. 01 σκορπιοειδές ψάρι
  2. 02 μαρμαρυγία σκορπίνα (Sebastiscus marmoratus)
笠懸 かさがけ

ουσιαστικό

  1. 01 ιππασία με τόξο, τοξοβολία από έφιππο στόχο
笠貝 かさがい

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλίδα (συγκεκριμένα το είδος Cellana mazatlandica)
笠間日動美術館 かさまにちどうびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τέχνης Κασάμα Νιτσιτό
笠戸丸 かさとまる

ουσιαστικό

  1. 01 Κασάτο Μαρού
  1. 01 ψάθινο καπέλο
  2. 02 επιρροή