15 αποτελέσματα για «笹»
笹 ささ
ουσιαστικό
- 01 σαζά, είδος χαμηλής μπαμπού με μικρότερα φύλλα που δεν αποβάλλει τα καλύμματα των στελεχών του (π.χ. γένος Sasa)
笹原 ささはら
ουσιαστικό
- 01 αγρός με μπαμπού
笹舟 ささぶね
ουσιαστικό
- 01 αυτοσχέδια βάρκα από φύλλο μπαμπού
笹藪 ささやぶ
ουσιαστικό
- 01 πυκνή συστάδα από μπαμπού
笹竹 ささたけ
ουσιαστικό
- 01 μικρό μπαμπού
笹寿司 ささずし
ουσιαστικό
- 01 σασαζούσι (σούσι τυλιγμένο σε φύλλο μπαμπού)
笹がき ささがき
ουσιαστικό
- 01 τεμαχισμός λαχανικών σε μακριές λεπτές φλούδες, ξύσιμο σε λεπτές λωρίδες, φλούδες
笹蜘蛛 ささぐも
ουσιαστικό
- 01 Oxyopes sertatus (είδος αραχνοειδούς της οικογένειας Oxyopidae)
笹牛の舌 ささうしのした
ουσιαστικό
- 01 είδος γλώσσας (Heteromycteris japonica)
笹葉銀蘭 ささばぎんらん
ουσιαστικό
- 01 σεφαλάνθηρη η μακρόβρακτη (είδος ορχιδέας)
笹団扇 ささうちわ
ουσιαστικό
- 01 σπαθίφυλλο το πατίνιο (είδος κρίνου της ειρήνης)
笹百合 ささゆり
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός κρίνος (Lilium japonicum)
笹五位 ササゴイ
ουσιαστικό
- 01 μικροτσικνιάς (είδος ερωδιού Butorides striata), πρασινοράχης ερωδιός
笹だんご ささだんご
ουσιαστικό
- 01 σασαντάνγκο, ρυζόπιτα από αψιθιά και γλυκιά πάστα κόκκινων φασολιών που ατμομαγειρεύεται μέσα σε φύλλο μπαμπού
笹
- 01 γρασίδι μπαμπού
- 02 (κοκούτζι)