90 αποτελέσματα για «筆»
筆 ふで N3
ουσιαστικό, άλλο
- 01 πινέλο γραφής, πινέλο ζωγραφικής, πένα
- 02 γραφή με πινέλο, ζωγραφική με πινέλο, καλλιγραφία, έργο ζωγραφισμένο με πινέλο
- 03 συγγραφή (σύνταξη κειμένου), γραπτός λόγος
- 04 οικόπεδο, τεμάχιο γης
筆頭 ひっとう
ουσιαστικό
- 01 άκρη πινέλου
- 02 πρώτος σε λίστα
- 03 επικεφαλής, αρχηγός
筆跡 ひっせき
ουσιαστικό
- 01 γραφικός χαρακτήρας
- 02 δείγμα καλλιγραφίας, υπόδειγμα γραφής, ιδιόχειρο κείμενο
筆者 ひっしゃ N2
ουσιαστικό
- 01 συγγραφέας, συντάκτης
筆記用具 ひっきようぐ
ουσιαστικό
- 01 εργαλείο γραφής, μέσο γραφής
筆記 ひっき N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταγραφή, λήψη σημειώσεων, αντιγραφή, σημείωση
- 02 σημειώσεις, γραπτά
- 03 γραπτή εξέταση, γραπτό τεστ
筆頭とする ひっとうとする
άλλο, ρήμα
- 01 ηγούμαι, προΐσταμαι
筆致 ひっち
ουσιαστικό
- 01 πινελιά, χειρισμός του πινέλου
- 02 συγγραφικό ύφος, γραφή
筆記試験 ひっきしけん
ουσιαστικό
- 01 γραπτή εξέταση
筆箱 ふでばこ
ουσιαστικό
- 01 κασετίνα, μολυβοθήκη, θήκη για πινέλα γραφής
筆談 ひつだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επικοινωνία μέσω γραπτού λόγου
筆舌に尽くしがたい ひつぜつにつくしがたい
άλλο, επίθετο
- 01 περιγράφω με δυσκολία, ανείπωτος
筆を執る ふでをとる
άλλο, ρήμα
- 01 γράφω, συντάσσω, σχεδιάζω
筆記具 ひっきぐ
ουσιαστικό
- 01 γραφική ύλη
筆を置く ふでをおく
άλλο, ρήμα
- 01 σταματώ το γράψιμο, αφήνω το στυλό, ολοκληρώνω (επιστολή)
筆跡鑑定 ひっせきかんてい
ουσιαστικό
- 01 γραφολόγηση, ανάλυση γραφικού χαρακτήρα
筆記体 ひっきたい
ουσιαστικό
- 01 καλλιγραφική γραφή
筆圧 ひつあつ
ουσιαστικό
- 01 πίεση γραφής, πίεση πένας, δύναμη της πινελιάς
筆名 ひつめい
ουσιαστικό
- 01 ψευδώνυμο, καλλιτεχνικό όνομα, φιλολογικό όνομα
筆先 ふでさき
ουσιαστικό
- 01 μύτη πινέλου