7 αποτελέσματα για «筍»

たけのこ

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστάρι μπαμπού
  2. 02 νέος, άπειρος γιατρός
たかんな

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρός βλαστός μπαμπού
筍虫 たけのこむし

ουσιαστικό

  1. 01 προνύμφη αλογόμυγας
筍医者 たけのこいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρός, άπειρος γιατρός
筍貝 タケノコガイ

ουσιαστικό

  1. 01 κοχύλι τερέβρα (Terebra subulata), τερέβρα
筍干 しゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 πιάτο με εποχιακά λαχανικά και βλαστάρια μπαμπού
  2. 02 ξύλινο λακαριστό μπολ
  3. 03 κουζίνα της Καγκοσίμα
  1. 01 βλαστός μπαμπού