16 αποτελέσματα για «筒»

つつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας, κύλινδρος
  2. 02 κάννη πυροβόλου
  3. 03 πυροβόλο, κανόνι
  4. 04 επένδυση πηγαδιού, περιστόμιο πηγαδιού
筒抜け つつぬけ

ουσιαστικό

  1. 01 γίνομαι ακουστός (από άλλους), υποκλέπτομαι, διαρρέω (για σχέδια, μυστικά κ.λπ.)
  2. 02 μπαίνω από το ένα αυτί και βγαίνω από το άλλο
筒状 つつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυλινδρικός, σωληνοειδής
筒井 つつい

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλικό πηγάδι
筒袖 つつそで

ουσιαστικό

  1. 01 στενό μανίκι (σε κιμονό ή φόρεμα)
筒先 つつさき

ουσιαστικό

  1. 01 ακροφύσιο, στόμιο, κάννη
筒型 つつがた

ουσιαστικό

  1. 01 σωληνοειδής, κυλινδρικός
筒子 ピンズ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδια με βούλες (πιτζ), πλακίδια με κύκλους
ピン

άλλο

  1. 01 μετρητής για πλακίδια τύπου «κουκκίδα» (pin)
筒切り つつぎり

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλικές φέτες
筒井筒 つついづつ

ουσιαστικό

  1. 01 στεφάνη κυλινδρικού πηγαδιού
筒鳥 つつどり

ουσιαστικό

  1. 01 τσουτσούντορι (είδος κούκου, Cuculus saturatus)
筒音 つつおと

ουσιαστικό

  1. 01 ο ήχος πυροβολισμού
筒状花 とうじょうか

ουσιαστικό

  1. 01 σωληνοειδές άνθος, δισκογενές ανθίδιο
とう

επίθημα, άλλο

  1. 01 σωλήνας, κύλινδρος
  2. 02 μετρητής για φύσιγγες ένεσης
  1. 01 κύλινδρος
  2. 02 σωλήνας
  3. 03 σωλήνας
  4. 04 κάννη όπλου
  5. 05 χιτώνιο