6 αποτελέσματα για «箇»
箇所 かしょ N2
ουσιαστικό, άλλο
- 01 μέρος, σημείο, τμήμα, περιοχή, χωρίο
- 02 μετρητική λέξη για μέρη, τμήματα, χωρία κ.λπ.
箇条書き かじょうがき
ουσιαστικό
- 01 μορφή λίστας, καταγραφή σε σημεία, αρίθμηση στοιχείων
箇条 かじょう
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο, άρθρο, ρήτρα, τμήμα, σημείο
箇 か
άλλο
- 01 επιθετικός προσδιορισμός για καταμέτρηση που χρησιμοποιείται με κινεζο-ιαπωνικές λέξεις
箇 つ
άλλο
- 01 γενικός μετρητής αντικειμένων
- 02 ... ετών
箇
- 01 μετρητής για αντικείμενα