Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
4 αποτελέσματα για «箍»
箍
タガ
ουσιαστικό
01
στεφάνι (βαρελιού, κουβά κ.λπ.)
02
πειθαρχία, συνοχή
箍を締める
たがをしめる
άλλο, ρήμα
01
συμμαζεύομαι, συνέρχομαι, σφίγγω τα δόντια
箍を嵌める
たがをはめる
άλλο, ρήμα
01
στεφανώνω, βάζω στεφάνι, περιζώνω βαρέλι με στεφάνια
箍
01
στεφάνι βαρελιού