7 αποτελέσματα για «箒»

ほうき N2

ουσιαστικό

  1. 01 σκούπα
箒木 ほうきぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κοχία (Bassia scoparia), πυροθάμνος, καλοκαιρινό κυπαρίσσι
箒草 ほうきぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκία (Bassia scoparia), φλεγόμενος θάμνος, καλοκαιρινό κυπαρίσσι
箒虫 ほうきむし

ουσιαστικό

  1. 01 φορονίδιο (οποιοδήποτε σκωληκοειδές ζώο του φύλου Φορονίδια)
箒目 ほうきめ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυπώματα σκούπας (στο σκουπισμένο έδαφος)
箒茸 ホウキタケ

ουσιαστικό

  1. 01 χούκιτακε (Ραμαρία η βοτρυτοειδής), μανιτάρι κοράλλι με ροζ άκρες
  1. 01 σκούπα