6 αποτελέσματα για «箔»
箔 はく
ουσιαστικό
- 01 φύλλο (χρυσού κ.λπ.)
- 02 κύρος
箔が付く はくがつく
άλλο, ρήμα
- 01 αυξάνω την αξία μου, αποκτώ κύρος
箔押し はくおし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταλλική εκτύπωση, θερμοτυπία
- 02 επιχρύσωση βιβλιοδεσίας, διακοσμητική επιχρύσωση
箔を付ける はくをつける
άλλο, ρήμα
- 01 προσδίδω κύρος, προσδίδω βαρύτητα σε κάτι
箔打ち はくうち
ουσιαστικό
- 01 παραγωγή μεταλλικού φύλλου
- 02 κατασκευαστής μεταλλικού φύλλου
箔
- 01 μεταλλόφυλλο
- 02 χρυσόφυλλο