3 αποτελέσματα για «箝»

箝口令をしく かんこうれいをしく

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιβάλλω απαγόρευση δημοσιοποίησης, επιβάλλω σιωπή, διατάζω κάποιον να μην αναφέρει κάτι
箝口 かんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τήρηση σιωπής, σιωπή
  2. 02 περιορισμός (ομιλίας), φίμωση
  1. 01 εισάγω
  2. 02 ταιριάζω σε
  3. 03 προσαρμόζω (ένα λουράκι τσόκαρου)