5 αποτελέσματα για «箪»

箪笥 たんす

ουσιαστικό

  1. 01 συρταριέρα, μπουφές, ερμάριο, τάνσου, έπιπλο με συρτάρια
箪食壺漿 たんしこしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχή με φαγητό και ποτό (π.χ. στρατευμάτων), καλάθια με ρύζι και σκεύη με χυλό ρυζιού
箪食 たんし

ουσιαστικό

  1. 01 μπαμπού σκεύος με ρύζι
箪食瓢飲 たんしひょういん

ουσιαστικό

  1. 01 λιτή διατροφή, ικανοποίηση με μια λιτοβίωτη ζωή, ένα μπαμπού σκεύος με ρύζι και μια κολοκύθα με ποτό (τανσιχιόιν)
  1. 01 καλάθι ρυζιού από μπαμπού