41 αποτελέσματα για «箱»

はこ N5

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 κουτί, θήκη, κασετίνα, κασέλα, μπαούλο, πακέτο, δέμα, κιβώτιο
  2. 02 βαγόνι (π.χ. τρένου)
  3. 03 θήκη σαμισέν, σαμισέν
  4. 04 δημόσιο κτίριο, κοινοτικό κτίριο
  5. 05 άντρας που κουβαλάει το σαμισέν μιας γκέισας
  6. 06 δοχείο αφοδευμάτων, κόπρανα, περιττώματα
  7. 07 μετρητική λέξη για κουτιά (ή αντικείμενα σε κουτιά)
箱庭 はこにわ

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικός κήπος
箱入り はこいり

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθετημένος σε κουτί, συσκευασμένος
  2. 02 πολύτιμος, αγαπημένος
  3. 03 κοπέλα που έχει μεγαλώσει προστατευμένη από τον έξω κόσμο
  4. 04 κάποιου το ιδιαίτερο ταλέντο
箱入り娘 はこいりむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοπέλα που μεγάλωσε προστατευμένη, κακομαθημένη κόρη, αθώα κοπέλα, αθώα νεαρή κοπέλα
  2. 02 ξύλινο παζλ, κόρη μέσα στο κουτί, κλότσκι
箱型 はこがた

ουσιαστικό

  1. 01 κουτιωτός, κιβωτοειδής, σε σχήμα κουτιού
箱詰め はこづめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκευασία σε κουτί, εγκιβωτισμός, αντικείμενο συσκευασμένο σε κουτί
箱舟 はこぶね

ουσιαστικό

  1. 01 κιβωτός (όπως αυτή του Νώε)
箱馬車 はこばしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνη άμαξα (που έλκεται από άλογα)
箱の底 はこのそこ

ουσιαστικό

  1. 01 πάτος κουτιού
箱根駅伝 はこねえきでん

ουσιαστικό

  1. 01 Χακόνε Εκιντέν, αγώνας δρόμου σκυταλοδρομίας μεγάλων αποστάσεων στο Χακόνε
箱買い はこがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγοράζω ολόκληρο κιβώτιο
箱屋 はこや

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής κουτιών
  2. 02 άνθρωπος που μεταφέρει το σαμισέν μιας γκέισας
箱物 はこもの

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο κτίριο, κτίριο κοινότητας
  2. 02 έπιπλο σε σχήμα κουτιού (π.χ. συρταριέρα, βιβλιοθήκη)
  3. 03 συσκευασμένο δώρο
箱火鉢 はこひばち

ουσιαστικό

  1. 01 χάλκινο μαγκάλι τοποθετημένο μέσα σε ξύλινο κουτί
箱館戦争 はこだてせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 μάχη του Χακοντάτε (μάχη του πολέμου Μπόσιν· 1868-1869)
箱書き はこがき

ουσιαστικό

  1. 01 χειρόγραφη επιγραφή ή σημείωμα αυθεντικότητας σε κουτί που περιέχει έργο τέχνης
箱推し はこおし

ουσιαστικό

  1. 01 φαν ολόκληρου μουσικού συγκροτήματος (ειδικά είδωλου), άτομο που δεν έχει κάποιο αγαπημένο μέλος
箱枕 はこまくら

ουσιαστικό

  1. 01 μαξιλάρι με ξύλινη βάση σε σχήμα κουτιού (χακομακούρα)
箱乗り はこのり

ουσιαστικό

  1. 01 γέρνω έξω από το παράθυρο ενός οχήματος ή τρένου
箱柳 はこやなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική λεύκη (Populus tremula var. sieboldii)