20 αποτελέσματα για «箸»
箸 はし N5
ουσιαστικό
- 01 ξυλάκια
箸を取る はしをとる
άλλο, ρήμα
- 01 πιάνω τα ξυλάκια (για να αρχίσω το γεύμα), ξεκινώ να τρώω, τρώω
箸が進む はしがすすむ
άλλο, ρήμα
- 01 τρώνε με όρεξη, έχω καλή όρεξη
- 02 ορεκτικός
箸休め はしやすめ
ουσιαστικό
- 01 χασιασούμε, ενδιάμεσο πιάτο για τον καθαρισμό της γεύσης μεταξύ των κυρίως πιάτων
箸置き はしおき
ουσιαστικό
- 01 βάση για ξυλάκια φαγητού
箸使い はしづかい
ουσιαστικό
- 01 χρήση των ξυλοφαγιών
箸袋 はしぶくろ
ουσιαστικό
- 01 θήκη για ξυλάκια φαγητού, χάρτινο περιτύλιγμα για ξυλάκια φαγητού, χάρτινος φάκελος στον οποίο προσφέρονται τα ξυλάκια φαγητού
箸箱 はしばこ
ουσιαστικό
- 01 θήκη για ξυλάκια φαγητού
箸立て はしたて
ουσιαστικό
- 01 θήκη για ξυλάκια
- 02 τελετή απογαλακτισμού
箸渡し はしわたし
ουσιαστικό
- 01 η μεταφορά οστού από το ένα ζευγάρι ξυλάκια στο άλλο κατά την εναπόθεση των λειψάνων του θανόντος σε τεφροδόχο, η ταυτόχρονη ανύψωση του ίδιου οστού από δύο άτομα με ξυλάκια
- 02 η μεταφορά τροφής από το ένα ζευγάρι ξυλάκια στο άλλο (παράβαση της εθιμοτυπίας), η ταυτόχρονη ανύψωση του ίδιου κομματιού τροφής από δύο άτομα με ξυλάκια
箸が転んでもおかしい年頃 はしがころんでもおかしいとしごろ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ηλικία κατά την οποία ακόμα και τα πιο ασήμαντα πράγματα φαίνονται αστεία (ιδιαίτερα για κορίτσια στην εφηβεία), ηλικία όπου ακόμα και το κύλισμα των ξυλινακιών φαγητού προκαλεί γέλιο
箸枕 はしまくら
ουσιαστικό
- 01 βάση για ξυλάκια φαγητού (hasimakura)
箸にも棒にもかからない はしにもぼうにもかからない
άλλο, επίθετο
- 01 ελπιδοφόρος, ανεπίδεκτος μαθήσεως, αθεράπευτος, άχρηστος, απαίσιος
箸初め はしぞめ
ουσιαστικό
- 01 τελετή απογαλακτισμού
箸台 はしだい
ουσιαστικό
- 01 βάση για ξυλάκια φαγητού
箸洗い はしあらい
ουσιαστικό
- 01 απλή και ελαφριά σούπα που σερβίρεται ανάμεσα στα πιάτα ενός γεύματος καϊσέκι, ή κατά τη διάρκεια μιας επίσημης τελετής τσαγιού
箸紙 はしがみ
ουσιαστικό
- 01 χάρτινη θήκη για ξυλάκια φαγητού, χάρτινο περιτύλιγμα για ξυλάκια
箸筒 はしづつ
ουσιαστικό
- 01 κυλινδρική θήκη για ξυλάκια φαγητού
箸にも棒にも引っかからない はしにもぼうにもひっかからない
άλλο, επίθετο
- 01 αθεράπευτος, ανεπίδεκτος μαθήσεως, εντελώς άχρηστος
箸
- 01 τσοπστικς