8 αποτελέσματα για «篆»

篆刻 てんこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφραγιδοποιία
篆書 てんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τενσό (τεχνοτροπία γραφής κινεζικών χαρακτήρων), γραφή των σφραγίδων
てん

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός γραφής σφραγίδων (για κινεζικούς χαρακτήρες), γραφή τεν
篆刻家 てんこくか

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης σφραγίδων
篆文 てんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας της γραφής των σφραγίδων (τενμπούν)
篆字 てんじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας γραφής σφραγίδας
篆隷 てんれい

ουσιαστικό

  1. 01 τενρέι, γραφή σφραγίδων και αρχαία τετράγωνη γραφή
  1. 01 χαρακτήρες σφραγίδας