14 αποτελέσματα για «篤»

篤志 とくし

ουσιαστικό

  1. 01 φιλανθρωπία, ευεργεσία, φιλανθρωπικό πνεύμα
  2. 02 ενδιαφέρον (για το δημόσιο καλό, κοινωνικά εγχειρήματα κ.λπ.), ζήλος
篤実 とくじつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ειλικρίνεια, πιστότητα
篤と とくと

επίρρημα

  1. 01 προσεκτικά, διεξοδικά, πλήρως, εσκεμμένα
篤志家 とくしか

ουσιαστικό

  1. 01 φιλάνθρωπος, ευεργέτης, εθελοντής, υποστηρικτής
篤学 とくがく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αγάπη για τη μάθηση
篤信 とくしん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευσέβεια, αφοσίωση
篤姫 あつひめ

ουσιαστικό

  1. 01 Ατσουχίμε (τηλεοπτική σειρά)
篤農家 とくのうか

ουσιαστικό

  1. 01 υποδειγματικός αγρότης, εξαιρετικός καλλιεργητής
篤厚 とっこう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξυπηρετικός και ειλικρινής, ευγενικός και έντιμος
篤行 とっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ενάρετη συμπεριφορά, αρετή, αγαθότητα
篤学の士 とくがくのし

ουσιαστικό

  1. 01 αφοσιωμένος λόγιος, επιμελής μελετητής
篤農 とくのう

ουσιαστικό

  1. 01 υποδειγματικός αγρότης
篤疾 とくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρή ασθένεια, κρίσιμη ασθένεια
  2. 02 βαριά ανάπηρο άτομο (σύστημα ριτσουριό)
  1. 01 ένθερμος
  2. 02 ευγενικός
  3. 03 εγκαρδιός
  4. 04 σοβαρός
  5. 05 σκόπιμος