6 αποτελέσματα για «篩»

ふるい

ουσιαστικό

  1. 01 κόσκινο, σήτα
  2. 02 διαλογή (υποψηφίων, αιτήσεων κ.λπ.)
篩う ふるう

ρήμα

  1. 01 κοσκινίζω (π.χ. αλεύρι), περνώ από κόσκινο
  2. 02 επιλέγω (π.χ. υποψήφιο), διαλέγω, ξεδιαλέγω, απορρίπτω (π.χ. μια πιθανότητα)
篩に掛ける ふるいにかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοσκινίζω, ξεχωρίζω (την ήρα από το στάρι)
  2. 02 επιλέγω, φιλτράρω (υποψήφιους)
篩骨 しこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ηθμοειδές οστό (του κρανίου)
篩絹 ふるいぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 κόσκινο (ύφασμα για το κοσκίνισμα αλευριού ή άλλων υλικών)
  1. 01 κόσκινο
  2. 02 κοσκινίζω
  3. 03 κοσκινίζω, διαχωρίζω