2 αποτελέσματα για «篭»

篭絡 ろうらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παγίδευση, κολακεία, δελεασμός
  1. 01 απομονώνομαι
  2. 02 κλουβί
  3. 03 κοτέτσι
  4. 04 υπονοούμενος