3 αποτελέσματα για «簇»

簇出 そうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεπετάγομαι κατά συστάδες, αναφύομαι μαζικά
簇々 そうそう

επίρρημα, άλλο

  1. 01 συγκέντρωση, σμήνος
  1. 01 ομάδα
  2. 02 πλήθος
  3. 03 σμήνος, κοπάδι