5 αποτελέσματα για «簒»

簒奪 さんだつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφετερισμός
簒立 さんりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφετερισμός θρόνου
簒位 さんい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφετερισμός θρόνου
簒奪者 さんだつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σφετεριστής
  1. 01 ληστεύω