59 αποτελέσματα για «簡»

簡単 かんたん N4

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απλός, εύκολος
  2. 02 σύντομος, γρήγορος, ελαφρύς
簡潔 かんけつ N1

επίθετο

  1. 01 συνοπτικός, σύντομος, λακωνικός, περιεκτικός (για ύφος)
簡素 かんそ N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απλός, λιτός, σεμνός
簡易 かんい N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απλός, απλοποιημένος
  2. 02 εύκολος, λιτός
簡単に言えば かんたんにいえば

άλλο

  1. 01 με απλά λόγια, για να το πούμε απλά, εν συντομία
簡単に言うと かんたんにいうと

άλλο

  1. 01 με απλά λόγια
簡易的 かんいてき

επίθετο

  1. 01 απλός, εύκολος, γρήγορος
簡略化 かんりゃくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απλούστευση
簡略 かんりゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απλός, συνοπτικός
簡易ベッド かんいベッド

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενο κρεβάτι, ράντζο
かん

ουσιαστικό

  1. 01 απλότητα, συντομία
  2. 02 επιστολή, σημείωμα, αλληλογραφία
  3. 03 λωρίδα μπαμπού για γραφή (στην αρχαία Κίνα)
  4. 04 απλοποιημένος κινεζικός χαρακτήρας
簡便 かんべん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απλός, εύκολος, βολικός, πρακτικός
簡易版 かんいばん

ουσιαστικό

  1. 01 απλουστευμένη έκδοση, συνοπτική έκδοση
簡明 かんめい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σύντομος, περιεκτικός, απλός και σαφής
簡単明瞭 かんたんめいりょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απλός και σαφής
簡素化 かんそか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απλούστευση
簡易トイレ かんいトイレ

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή τουαλέτα, τουαλέτα κατασκήνωσης
簡潔明瞭 かんけつめいりょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σαφής και συνοπτικός
簡易化 かんいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απλοποίηση
簡易宿泊所 かんいしゅくはくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 απλό κατάλυμα, οικονομικό πανδοχείο (περιλαμβάνει ξενώνες, ιδιωτικά καταλύματα και κάψουλες ύπνου)