6 αποτελέσματα για «籐»

とう

ουσιαστικό

  1. 01 ρατάν, καλάμι (π.χ. που χρησιμοποιείται σε ψάθινα έπιπλα)
籐椅子 とういす

ουσιαστικό

  1. 01 ψάθινη καρέκλα, καρέκλα από ρατάν
籐製 とうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ράταν, καλαμένιος
籐細工 とうざいく

ουσιαστικό

  1. 01 πλέξιμο ρατάν, ψάθινη πλέξη
籐かご とうかご

ουσιαστικό

  1. 01 πλεχτό καλάθι, καλάθι από ρατάν
  1. 01 ρατάν
  2. 02 καλάμι